Κτίριο κατοικιών ορεινής διαμονής στον Παρνασσό (2013)
Πρωταρχικός στόχος της μελέτης ήταν η ένταξη ενός νέου, σύγχρονου κτιρίου, με σεβασμό στον οικισμό του ιστορικού Επτάλοφου Παρνασσού (Αγόριανη). Το οικόπεδο βρίσκεται στην καρδιά του οικιστικού συνόλου, όπου υπήρχε παλαιό κτίσμα χωρίς αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, το οποίο κατεδαφίστηκε. Η μελέτη του νέου κτιρίου αξιοποίησε την άμεση γειτνίαση με την πλατεία του οικισμού προς το νότο, παρά τη δυσκολία που προέκυπτε από την επαφή του με μεσοτοιχίες άλλων κτισμάτων στο μεγαλύτερο μήκος της νότιας και της δυτικής πλευράς, σύμφωνα με το συνεχές σύστημα δόμησης. Ένας από τους βασικούς στόχους ήταν η οπτική αποκόλληση του νέου κτιρίου από τα γειτονικά οικήματα και η ανάδειξή του ως αυτόνομου μέρους του οικιστικού συνόλου.
Η δομή του κτιρίου αναπτύσσεται σε τέσσερα επίπεδα. Στη στάθμη του υπογείου περιλαμβάνονται βοηθητικοί χώροι, ενώ η ανωδομή οργανώνεται σε τρία επίπεδα. Στο ισόγειο αναπτύσσονται δύο καταστήματα, με δυνατότητα μετατροπής τους σε κατοικίες, συνολικής επιφάνειας 150 m². Η κύρια κατοικία αναπτύσσεται σε δύο στάθμες, στον πρώτο όροφο και στη σοφίτα, με συνολική επιφάνεια 200 m².
Η επιλογή της λειτουργίας των ισόγειων χώρων ως καταστημάτων αποτέλεσε αίτημα των ιδιοκτητών και υλοποιήθηκε μορφολογικά, ανακαλώντας τη μνήμη της κλασικής δομής κτιρίων που συναντώνται σε παραδοσιακούς ορεινούς οικισμούς, γύρω από πλατείες και εμπορικούς δρόμους. Η είσοδος στα καταστήματα γίνεται μέσω στοάς, η οποία προσφέρει προστασία από τις καιρικές συνθήκες. Οι εσωτερικοί χώροι του ισογείου πλαισιώνονται από ειδικά διαμορφωμένο υπαίθριο περιβάλλοντα χώρο, υπερυψωμένο από το επίπεδο του δρόμου, ώστε να εξασφαλίζεται ιδιωτικότητα για μελλοντικές χρήσεις σχετικές με εστίαση ή άλλες εμπορικές δραστηριότητες.
Η είσοδος της κατοικίας στον πρώτο όροφο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του κτιρίου και η πρόσβαση σε αυτή πραγματοποιείται μέσω υπαίθριας κτιστής κλίμακας. Στην ίδια πλευρά αναπτύσσεται εξώστης με ξύλινο δάπεδο, σε άμεση σχέση με τον προαύλιο χώρο της εκκλησίας και με θέα προς το βουνό. Το κεντρικό καθιστικό του ορόφου διαθέτει τριπλό προσανατολισμό, με ποικιλία οπτικών φυγών προς τον βορρά, την ανατολή και τη μεσημβρία. Το μεγάλο άνοιγμα προς τον βορρά πλαισιώνει τη θέα της εκκλησίας και του Παρνασσού, ενισχύοντας παράλληλα τον φυσικό φωτισμό σε αυτή τη λιγότερο ευνοϊκή πλευρά. Στην ανατολική πλευρά δεσπόζει το χαγιάτι, το οποίο επιτρέπει τη διάχυση του πρωινού φωτός στο εσωτερικό, ενώ προς τη μεσημβρία υπάρχει έξοδος σε νότια βεράντα, ενισχύοντας τη σχέση και τον διάλογο του εσωτερικού χώρου με την πλατεία του χωριού.
Το κρεμαστό ενεργειακό τζάκι, ορατό σχεδόν από κάθε σημείο του ενιαίου χώρου καθημερινής ζωής, ανακαλεί τη μνήμη της «εστίας», με τη θαλπωρή και τη βαρύτητα που φέρει ως αρχέγονο στοιχείο της ελληνικής αρχιτεκτονικής. Η «εστία» επανακτά τον ρόλο της ως κέντρο βάρους, γύρω από το οποίο οργανώνονται οι λειτουργικοί χώροι της κατοικίας, οι οποίοι συνδιαλέγονται με τις εικόνες του οικισμού μέσα από ανοίγματα κατάλληλων θέσεων και μεγεθών.
Η πέτρα, ως βασικό δομικό στοιχείο, παραμένει εμφανής τόσο στις εξωτερικές όσο και σε εσωτερικές επιφάνειες και συνδυάζεται με την ξύλινη φέρουσα κατασκευή της στέγης. Το ξύλο χρησιμοποιείται τόσο ως δομικό στοιχείο όσο και ως υλικό επένδυσης, σε οριζόντιες και κατακόρυφες επιφάνειες καθώς και σε κλίμακες. Τα δρύινα δάπεδα τεχνητής παλαίωσης συμβάλλουν στη διαμόρφωση επιπέδων διαφορετικής κλίμακας και χρήσης. Η υλικότητα και η χρωματική παλέτα, αντλημένες από τη γη, συνδιαλέγονται με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, συνδέοντας σύγχρονες μορφές με μνήμες και δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ισορροπεί ανάμεσα στη χαλάρωση και την εγρήγορση.
ΦΩTOΓPAΦOΣ: Πάνος Κονδύλης, αρχιτέκτων Ε.Μ.Π.



